Στὶς 12-4-1877 κηρύσσεται νέος Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος, ἐνῶ τὸν Ἰούλιο τοῦ ἰδίου ἓτους οἱ Ρῶσοι πέρασαν τὸν Δούναβη καὶ μετέφεραν τὶς ἐπιχειρήσεις τοῦ πολέμου στὴ Βουλγαρία. Μετὰ τὶς μᾶχες στὴ Σίπκα καὶ στὴν Πλεῦνα, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1878, κατέλαβαν τὴν Φιλιππούπολη , ὓστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες τὴν Ἀνδριανούπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προέλασαν ἐλεύθερα πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη...
Στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 1878, κατόπιν τριμήνων περίπου συνεννοήσεων, οἱ Ρῶσοι ἐπέβαλαν στοὺς Τούρκους τὴν σύναψη συνθήκης εἰρήνης, γνωστῆς ὡς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Ὁ Ἃγιος Στέφανος ἦταν προάστιο τῆς Κωνσταντινούπολης, ἐνῶ σήμερα ἐκεῖ κατασκευάσθηκε τὸ ἀεροδρόμιο καὶ τὸ χωριὸ ὀνομάζεται Γιεσίλκιοϊ. Μὲ τὴ συνθήκη αὐτή, ἡ Ρωσία στὴν προσπάθειά της νὰ κατασκευάσῃ μία δορυφορικὴ δύναμη στὰ Βαλκάνια καὶ νὰ ἀποκτήσῃ ἐπί τέλους διέξοδο σὲ ἀνοικτὴ θάλασσα, ἐκπληρώνοντας τὸ ὂνειρο τοῦ Μεγάλου Πέτρου καὶ τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης, δημιουργεῖ τὴν «Μεγάλη Βουλγαρία» καὶ παίρνει τὴν ρεβάνς ἀπὸ τὴν Τουρκία.
Μὲ τὴν Συνθήκη ἐκπληρώνεται ἡ φιλοδοξία τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐθνικισμού, τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ ὀρόσημο ἀφοῦ προέβλεπε τὴν συγκρότηση μιᾶς μεγάλης Βουλγαρίας στὴν καρδιὰ τῶν Βαλκανίων, ἀπὸ τὸν Δούναβη μέχρι τὸ Αἰγαῖο καὶ ἀπὸ τὴν Ἀχρίδα μέχρι τὴν Μαύρη θάλασσα , ἐνῶ ἐκτὸς ἒμενε ἡ Θεσσαλονίκη καὶ ἡ Χαλκιδική
Ἡ σχεδιασμένη ἀπὸ τὴν Συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου Βουλγαρία, εἶχε ἒκταση 164.000 τετραγωνικὰ χιλιόμετρα καὶ πληθυσμὸ 4.500.000 κατοίκους. Ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος τότε (1878) ἒφτανε τοὺς 1.653.767 κατοίκους.
Ἡ σύγχρονη Βουλγαρία, θεωρεῖ τὸ πλαίσιο τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ὡς τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τοῦ βουλγαρικοῦ ἒθνους καὶ τοῦ κράτους.
Ἀκόμα καὶ πρόσφατα, Ἐφημερίδα τῆς Βουλγαρίας ἒγραψε ὃτι «τὰ πραγματικὰ σύνορα τῆς Βουλγαρίας εἶναι αὐτὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ ὃτι ἡ ἀληθινὴ Βουλγαρία, εἶναι αὐτὴ τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου». Ἂλλωστε ἡ Βουλγαρία γιορτάζει τὴν ἀπελευθέρωσή της τὴν ἡμέρα τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συνθήκης, (3 Μαρτίου, Διάταγμα 236 της 27-2-1990) ἐνῶ δὲν ἒπαψαν ποτὲ οἱ ἀλυτρωτικοί της στόχοι, ἐνὼ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν δύο παγκόσμιων πολέμων ἡ ἐπιδίωξη κατάληψης τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης, ἦταν πασιφανής.
Ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἀπὸ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε τὸ βουλγαρικὸ κράτος, ἦταν «αὐθαίρετο καὶ τεχνητὸ δημιούργημα τῶν ἐργαστηρίων τοῦ τσαρικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ», καταδίκασε δὲ ἓνα μεγάλο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὸν ὂλεθρο, μὲ τὸν ἀπειλούμενο ἐκβουλγαρισμὸ καὶ τὸ ἐλεύθερο ἑλληνικὸ κράτος σὲ μαρασμό.
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὃτι ὁ δημιουργὸς τῆς Συνθήκης, κόμης ΙΓΝΑΤΙΕΦ, πρεσβευτὴς τῆς Ρωσίας στὴν Κωνσταντινούπολη, δήλωσε μετὰ τὴν ὑπογραφὴ στοὺς Βουλγάρους : «τώρα οἱ Ἓλληνες ἂς πᾶνε κολυμπῶντας στὴν Κωνσταντινούπολη»
Ὁλόκληρος ὁ ἑλληνισμὸς συγκλονίστηκε καὶ οἱ ἑλληνικοὶ σύλλογοι τῆς Κωνσταντινούπολης ἀνέλαβαν πρωτοβουλία γιὰ τὴν ἐνημέρωση τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης καὶ δραστηριοποιήθηκαν πρὸς ὃλες τὶς κατευθύνσεις γιὰ τὴν ὑποστήριξη τῶν ἑλληνικῶν δικαίων, μὲ δημοσίευση στατιστικῶν καὶ ἐθνολογικῶν χαρτῶν καὶ τὴν πραγματοποίηση πολυάριθμων ἒγγραφων διαμαρτυριῶν, ποὺ ὑποβλήθηκαν ἐκ μέρους τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν ὑπόδουλων ἐπαρχιῶν, πρὸς τὴν Πύλη καὶ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις. Οἱ Ἓλληνες τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης ἀντέδρασαν σθεναρά. Ξέσπασαν δύο Ἐπαναστάσεις, τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας , ἐνῶ μὲ ἀλλεπάλληλες ἀναφορές ἐξέφραζαν τὴν ἀντίθεσή τους στὰ προαποφασισθέντα ἐρήμην τους. Τὶς ἀναφορές αὐτὲς ὑπόγραφαν ὃλες οἱ ἑλληνικὲς κοινότητες τῆς Μακεδονίας, ἑ λληνόφωνες, σλαβόφωνες, ἀλβανόφωνες, βλαχόφωνες, οἱ ὁποῖες ὑπογράμμιζαν τὴν ἀντίθεσή τους στοὺς ὂρους τῆς Συνθήκης. Παράλληλα ζητοῦσαν τὴν ἒνωσή τους μὲ τὴν Ἑλλάδα ἢ σὲ ἀντίθετη περίπτωση τὴν διατήρηση τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας στὸν Μακεδονικὸ χῶρο.
Γιὰ τὸν μέσο Ἓλληνα φαινόταν ἐντελῶς παράλογο νὰ ἀπλωθῇ ἀνεξέλεγκτα ἓνας θύλακας σλαβικοῦ πληθυσμοῦ καὶ νὰ γίνῃ πολιτικὸς παράγοντας σὲ περιοχὲς ὃπου ἀνθοῦσε τὸ πολυάριθμο Ἑλληνικὸ στοιχεῖο καὶ ἀποτελοῦσε τὸ πιὸ ἐξελιγμένο τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ, ἐπειδή αὐτό ἐξυπηρετοῦσε τὸν ρωσικὸ πανσλαβισμὸ καὶ τὸν Ρωσικὸ ἰμπεριαλισμό. Τόσο γιὰ τοὺς Ἓλληνες , ὃσο καὶ γιὰ τοὺς Σέρβους, ἡ Συνθήκη ἀποτέλεσε τὴν τελικὴ ἀπόδειξη τῆς ὓπουλης τακτικῆς καὶ τῶν πανούργων μέσων ποὺ χρησιμοποιοῦσε ἡ Ρωσία...
Ἡ συνθήκη ὃμως αὐτὴ δὲν ἒμελλε νὰ ὑλοποιηθῇ καὶ δὲν διήρκησε πολύ, παρὰ μόνο τέσσερις μῆνες. Λίγο ἀργότερα ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία θὰ συζητοῦσε στὰ σοβαρὰ αὐτὸν τὸν τετράμηνο αὐθαίρετο ἰδιοκτησιακό τίτλο. Μετὰ ἀπὸ ἓναν αἰῶνα ἡ ἲδια διπλωματία θὰ δήλωνε ἂγνοια γιὰ 4.000 χρόνια Ἑλληνικῆς Μακεδονίας.
Στὴ δημιουργία τῆς Μεγάλης Βουλγαρίας ἀντιτάχθηκαν τόσο ἡ Ἀγγλία, ὃσο καὶ ἡ Αὐστροουγγαρία. Μὲ πρωτοβουλία τοῦ Βίσμαρκ ἡ Εὐρώπη ὁδηγήθηκε στὸ συνέδριο τοῦ Βερολίνου, τῆς 1/13 Ιουνίου 1878 μὲ σκοπὸ τὴν ἀναθεώρηση τῆς Συνθήκης.
Ἒτσι αὐτὸ ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ κάνῃ ἡ ἑλληνικὴ ἀντίδραση, ἐπιτεύχθηκε ἀπὸ τὴν σύγκρουση τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἀντιζηλίας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, γιατὶ ἡ μὲν Ἀγγλία εἶδε μὲ μεγάλη δυσφορία τὴν κάθοδο τῆς Ρωσίας μέσω Βουλγαρίας στὴ μεσόγειο, ἡ δὲ Αὐστροουγγαρία ὀρεγόμενη ἀκόμα τὴ Θεσσαλονίκη δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τὴν ἐπιτυχία τῆς ἀντιπάλου της, Ρωσίας.
Ἒτσι στὸ συνέδριο τοῦ Βερολίνου, ἡ Βουλγαρία χωρίστηκε σὲ τρία τμήματα: Μία ὑποτελή ἡγεμονία τῆς Βουλγαρίας, μία αὐτόνομη περιοχὴ κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου, ποὺ ὀνομάστηκε Ἀνατολική Ρωμυλία καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἐδάφη ἐπεστράφησαν στὸ Σουλτάνο, ἐνῶ δημιουργήθηκαν οἱ αἰτίες καὶ οἱ ἀφορμὲς γιὰ νέες διαφωνίες ποὺ συγκλόνισαν τὰ Βαλκάνια γιὰ τὶς ἐπόμενες δεκαετίες.
Γίνεται λοιπὸν φανερὸ ὃτι οἱ ἐδαφικὲς βλέψεις τῶν Βουλγάρων ἰκανοποιήθηκαν μόνο στὰ χαρτιὰ προσωρινά. Γι’ αὐτό καὶ τὸ ὃραμα τῆς «Μεγάλης Βουλγαρίας» ὃσο χίμαιρα καὶ νὰ ἦταν, δημιούργησε τέτοια ψύχωση, ἡ ὁποία γιὰ ἀρκετές δεκαετίες ἒμελλε νὰ επηρεάσῃ τὴν Βουλγαρικὴ πολιτικὴ καὶ νὰ συσσωρεύσῃ πολλὲς δυστυχίες τόσο στὸ Βουλγαρικὸ λαό, ὃσο καὶ στοὺς γείτονές του…
Στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 1878, κατόπιν τριμήνων περίπου συνεννοήσεων, οἱ Ρῶσοι ἐπέβαλαν στοὺς Τούρκους τὴν σύναψη συνθήκης εἰρήνης, γνωστῆς ὡς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Ὁ Ἃγιος Στέφανος ἦταν προάστιο τῆς Κωνσταντινούπολης, ἐνῶ σήμερα ἐκεῖ κατασκευάσθηκε τὸ ἀεροδρόμιο καὶ τὸ χωριὸ ὀνομάζεται Γιεσίλκιοϊ. Μὲ τὴ συνθήκη αὐτή, ἡ Ρωσία στὴν προσπάθειά της νὰ κατασκευάσῃ μία δορυφορικὴ δύναμη στὰ Βαλκάνια καὶ νὰ ἀποκτήσῃ ἐπί τέλους διέξοδο σὲ ἀνοικτὴ θάλασσα, ἐκπληρώνοντας τὸ ὂνειρο τοῦ Μεγάλου Πέτρου καὶ τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης, δημιουργεῖ τὴν «Μεγάλη Βουλγαρία» καὶ παίρνει τὴν ρεβάνς ἀπὸ τὴν Τουρκία.
Μὲ τὴν Συνθήκη ἐκπληρώνεται ἡ φιλοδοξία τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐθνικισμού, τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ ὀρόσημο ἀφοῦ προέβλεπε τὴν συγκρότηση μιᾶς μεγάλης Βουλγαρίας στὴν καρδιὰ τῶν Βαλκανίων, ἀπὸ τὸν Δούναβη μέχρι τὸ Αἰγαῖο καὶ ἀπὸ τὴν Ἀχρίδα μέχρι τὴν Μαύρη θάλασσα , ἐνῶ ἐκτὸς ἒμενε ἡ Θεσσαλονίκη καὶ ἡ Χαλκιδική
Ἡ σχεδιασμένη ἀπὸ τὴν Συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου Βουλγαρία, εἶχε ἒκταση 164.000 τετραγωνικὰ χιλιόμετρα καὶ πληθυσμὸ 4.500.000 κατοίκους. Ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος τότε (1878) ἒφτανε τοὺς 1.653.767 κατοίκους.
Ἡ σύγχρονη Βουλγαρία, θεωρεῖ τὸ πλαίσιο τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ὡς τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τοῦ βουλγαρικοῦ ἒθνους καὶ τοῦ κράτους.
Ἀκόμα καὶ πρόσφατα, Ἐφημερίδα τῆς Βουλγαρίας ἒγραψε ὃτι «τὰ πραγματικὰ σύνορα τῆς Βουλγαρίας εἶναι αὐτὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ ὃτι ἡ ἀληθινὴ Βουλγαρία, εἶναι αὐτὴ τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου». Ἂλλωστε ἡ Βουλγαρία γιορτάζει τὴν ἀπελευθέρωσή της τὴν ἡμέρα τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συνθήκης, (3 Μαρτίου, Διάταγμα 236 της 27-2-1990) ἐνῶ δὲν ἒπαψαν ποτὲ οἱ ἀλυτρωτικοί της στόχοι, ἐνὼ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν δύο παγκόσμιων πολέμων ἡ ἐπιδίωξη κατάληψης τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης, ἦταν πασιφανής.
Ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἀπὸ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε τὸ βουλγαρικὸ κράτος, ἦταν «αὐθαίρετο καὶ τεχνητὸ δημιούργημα τῶν ἐργαστηρίων τοῦ τσαρικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ», καταδίκασε δὲ ἓνα μεγάλο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὸν ὂλεθρο, μὲ τὸν ἀπειλούμενο ἐκβουλγαρισμὸ καὶ τὸ ἐλεύθερο ἑλληνικὸ κράτος σὲ μαρασμό.
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὃτι ὁ δημιουργὸς τῆς Συνθήκης, κόμης ΙΓΝΑΤΙΕΦ, πρεσβευτὴς τῆς Ρωσίας στὴν Κωνσταντινούπολη, δήλωσε μετὰ τὴν ὑπογραφὴ στοὺς Βουλγάρους : «τώρα οἱ Ἓλληνες ἂς πᾶνε κολυμπῶντας στὴν Κωνσταντινούπολη»
Ὁλόκληρος ὁ ἑλληνισμὸς συγκλονίστηκε καὶ οἱ ἑλληνικοὶ σύλλογοι τῆς Κωνσταντινούπολης ἀνέλαβαν πρωτοβουλία γιὰ τὴν ἐνημέρωση τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης καὶ δραστηριοποιήθηκαν πρὸς ὃλες τὶς κατευθύνσεις γιὰ τὴν ὑποστήριξη τῶν ἑλληνικῶν δικαίων, μὲ δημοσίευση στατιστικῶν καὶ ἐθνολογικῶν χαρτῶν καὶ τὴν πραγματοποίηση πολυάριθμων ἒγγραφων διαμαρτυριῶν, ποὺ ὑποβλήθηκαν ἐκ μέρους τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν ὑπόδουλων ἐπαρχιῶν, πρὸς τὴν Πύλη καὶ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις. Οἱ Ἓλληνες τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης ἀντέδρασαν σθεναρά. Ξέσπασαν δύο Ἐπαναστάσεις, τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας , ἐνῶ μὲ ἀλλεπάλληλες ἀναφορές ἐξέφραζαν τὴν ἀντίθεσή τους στὰ προαποφασισθέντα ἐρήμην τους. Τὶς ἀναφορές αὐτὲς ὑπόγραφαν ὃλες οἱ ἑλληνικὲς κοινότητες τῆς Μακεδονίας, ἑ λληνόφωνες, σλαβόφωνες, ἀλβανόφωνες, βλαχόφωνες, οἱ ὁποῖες ὑπογράμμιζαν τὴν ἀντίθεσή τους στοὺς ὂρους τῆς Συνθήκης. Παράλληλα ζητοῦσαν τὴν ἒνωσή τους μὲ τὴν Ἑλλάδα ἢ σὲ ἀντίθετη περίπτωση τὴν διατήρηση τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας στὸν Μακεδονικὸ χῶρο.
Γιὰ τὸν μέσο Ἓλληνα φαινόταν ἐντελῶς παράλογο νὰ ἀπλωθῇ ἀνεξέλεγκτα ἓνας θύλακας σλαβικοῦ πληθυσμοῦ καὶ νὰ γίνῃ πολιτικὸς παράγοντας σὲ περιοχὲς ὃπου ἀνθοῦσε τὸ πολυάριθμο Ἑλληνικὸ στοιχεῖο καὶ ἀποτελοῦσε τὸ πιὸ ἐξελιγμένο τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ, ἐπειδή αὐτό ἐξυπηρετοῦσε τὸν ρωσικὸ πανσλαβισμὸ καὶ τὸν Ρωσικὸ ἰμπεριαλισμό. Τόσο γιὰ τοὺς Ἓλληνες , ὃσο καὶ γιὰ τοὺς Σέρβους, ἡ Συνθήκη ἀποτέλεσε τὴν τελικὴ ἀπόδειξη τῆς ὓπουλης τακτικῆς καὶ τῶν πανούργων μέσων ποὺ χρησιμοποιοῦσε ἡ Ρωσία...
Τὸ συνέδριο τοῦ Βερολίνου, ποὺ ἀκύρωσε τὴν Συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου.
Στὴ δημιουργία τῆς Μεγάλης Βουλγαρίας ἀντιτάχθηκαν τόσο ἡ Ἀγγλία, ὃσο καὶ ἡ Αὐστροουγγαρία. Μὲ πρωτοβουλία τοῦ Βίσμαρκ ἡ Εὐρώπη ὁδηγήθηκε στὸ συνέδριο τοῦ Βερολίνου, τῆς 1/13 Ιουνίου 1878 μὲ σκοπὸ τὴν ἀναθεώρηση τῆς Συνθήκης.
Ἒτσι αὐτὸ ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ κάνῃ ἡ ἑλληνικὴ ἀντίδραση, ἐπιτεύχθηκε ἀπὸ τὴν σύγκρουση τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἀντιζηλίας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, γιατὶ ἡ μὲν Ἀγγλία εἶδε μὲ μεγάλη δυσφορία τὴν κάθοδο τῆς Ρωσίας μέσω Βουλγαρίας στὴ μεσόγειο, ἡ δὲ Αὐστροουγγαρία ὀρεγόμενη ἀκόμα τὴ Θεσσαλονίκη δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τὴν ἐπιτυχία τῆς ἀντιπάλου της, Ρωσίας.
Ἒτσι στὸ συνέδριο τοῦ Βερολίνου, ἡ Βουλγαρία χωρίστηκε σὲ τρία τμήματα: Μία ὑποτελή ἡγεμονία τῆς Βουλγαρίας, μία αὐτόνομη περιοχὴ κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου, ποὺ ὀνομάστηκε Ἀνατολική Ρωμυλία καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἐδάφη ἐπεστράφησαν στὸ Σουλτάνο, ἐνῶ δημιουργήθηκαν οἱ αἰτίες καὶ οἱ ἀφορμὲς γιὰ νέες διαφωνίες ποὺ συγκλόνισαν τὰ Βαλκάνια γιὰ τὶς ἐπόμενες δεκαετίες.
Γίνεται λοιπὸν φανερὸ ὃτι οἱ ἐδαφικὲς βλέψεις τῶν Βουλγάρων ἰκανοποιήθηκαν μόνο στὰ χαρτιὰ προσωρινά. Γι’ αὐτό καὶ τὸ ὃραμα τῆς «Μεγάλης Βουλγαρίας» ὃσο χίμαιρα καὶ νὰ ἦταν, δημιούργησε τέτοια ψύχωση, ἡ ὁποία γιὰ ἀρκετές δεκαετίες ἒμελλε νὰ επηρεάσῃ τὴν Βουλγαρικὴ πολιτικὴ καὶ νὰ συσσωρεύσῃ πολλὲς δυστυχίες τόσο στὸ Βουλγαρικὸ λαό, ὃσο καὶ στοὺς γείτονές του…
Μέρος ἀπό τὸ ἂρθρο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ (Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα ἒως τὴν ἐπανάσταση τῶν Νεότουρκων τὸ 1908)", τοῦ Κωνσταντίνου Τζέκη, Ἀντιστράτηγου ΕΛΑΣ ἐ.ἀ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου